διαβουλεύω

διαβουλ-εύω, of a Council,
A complete its term, Arist.Ath.32.1.
II mostly in [voice] Med. ([dialect] Dor.

διαβωλ- IG5(2).343

), deliberate, discuss thoroughly, And. 2.19
, Th.2.5, 7.50;

δ. εἴτε . . Pl.Plt.304e

, cf. Luc.Hist.Conscr. 31; decide, c. inf., Id.Pisc.24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαβουλεύω — βλ. διαβουλεύομαι …   Dictionary of Greek

  • διαβουλευομένων — διαβουλεύομαι pres part mp fem gen pl διαβουλεύομαι pres part mp masc/neut gen pl διαβουλεύω complete its term pres part mp fem gen pl διαβουλεύω complete its term pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβουλευόμενον — διαβουλεύομαι pres part mp masc acc sg διαβουλεύομαι pres part mp neut nom/voc/acc sg διαβουλεύω complete its term pres part mp masc acc sg διαβουλεύω complete its term pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλεύω — (AM βουλεύω) Ι. συμβουλεύω αρχ. 1. σκέπτομαι, κρίνω 2. σχεδιάζω, προετοιμάζω, μηχανεύομαι 3. αποφασίζω να κάνω κάτι 4. είμαι μέλος της βουλής II. βουλεύομαι (AM βουλεύομαι) 1. σκέπτομαι, μελετώ 2. συσκέπτομαι με άλλους και αποφασίζω μσν.… …   Dictionary of Greek

  • διαβουλεύομαι — (AM διαβουλεύομαι) 1. συσκέπτομαι με άλλους και ανταλλάσσω γνώμες 2. διαλογίζομαι, συσκέπτομαι 3. μηχανώμαι, ραδιουργώ αρχ. 1. διαβουλεύω διανύω την περίοδο τής βουλευτικής μου θητείας 2. διαβουλεύομαι α) εξετάζω λεπτομερώς β) αποφασίζω …   Dictionary of Greek

  • διαβουλευομένοις — διαβουλεύομαι pres part mp masc/neut dat pl διαβουλεύω complete its term pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβουλευσαμένους — διαβουλεύομαι aor part mid masc acc pl διαβουλεύω complete its term aor part mid masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβουλευόμενοι — διαβουλεύομαι pres part mp masc nom/voc pl διαβουλεύω complete its term pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβουλευόμενος — διαβουλεύομαι pres part mp masc nom sg διαβουλεύω complete its term pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβουλεῦσαι — διαβουλεύομαι aor inf act διαβουλεύω complete its term aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβουλεύειν — διαβουλεύομαι pres inf act (attic epic) διαβουλεύω complete its term pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.